Τρίτη, 24 Δεκεμβρίου 2013

το χειροτερο ειναι πως δεν μαθαινω.
ολα επαναλαμβανονται, και εγω δεν μαθαινω.
στις 3 καιγομαι-αν δηλαδη ειμαι αρκετα καλη ωστε να αξιζω τρεις.
και γω σε καθε δευτερη κανω ονειρα και παω μια μερα παρακατω.
τι τοσο κακο εχω κανει για νατο πληρώνω ετσι. Το κοριτσι της μια βραδιας,της ευκολης νυχτας.

θα θελα να ξερα τι σκεφτονται-ισως και να μην θελω βεβαια γιατι μπορει να με πονεσει πολυ.
μην περιμενεις αλλο.δεν θα σου απαντησει κανεις. γιατι αυτος που περιμενεις ειναι καπου και περναει πολυ καλα, με παρεα τοσο καλη που βλέποντας το ονομα σου στο κινητο του απλα το αγνοει, δεν τον νοιαζει καν το περιεχομενο. και εσυ ξαπλωνεις στο κρεβατι που προχθες ησασταν αγγαλια και....και αναρωτιεσαι για αλλη μια φορα που εκανες το λαθος. Αναρωτιεσαι γιατι παλι το ιδιο. Αναρωτιεσαι γιατι παγιδευεσαι σε αυτο αφου ποτε δεν νικας τον φοβο σου και ολο ο εφιαλτης αναδυει και τον ζεις. Μονη λοιπον και παλι. Δεν πειραζει καλη μου. που θα παει θα μαθεις.

φυσικα και θυμωνω μαζι μου. αφεθηκα παλι στην παγιδα που μου στηνω και με περιμενει καθε φορά.
καθε πρωι ειναι αλλιως, καθε ξημερωμα εχει αλλη συνοδεια και αλλο νοημα. αλλαα η ουσια παραμενει η ιδια στο κινητο που δεν χτυπησε, στο "γεια" που δεν ειπωθηκε, στην αγγαλια που δεν δοθηκε, στο επομενο ραντεβου που δεν κανονιστηκε, στην τριτη φορα που αν υπαρξει καιγομαι...




Παρασκευή, 20 Δεκεμβρίου 2013

χάρτινο τσίρκο

και το τραγούδι λεει,η ζωη ειναι μεγάλη μην την κανεις καρναβάλι.

Δεν είναι αστείο πλεον. Κανείς δεν γελάει. Τωρα πια δεν μπορω καν να το πω, πόσο μαλλον να γελάσω και να απολαύσω το μεγάλυτερο λαθος μου. Πως καταστρέφεις ενα ανθρωπο? Δεν ηθελα ποτε να το μαθω, δεν με ενδιεφερε να καταστρεψω κανεναν. Απλα ευχομαι να μην σε γνώριζα ποτε. Είναι ό,τι πιο ευκολο μπορω να πω τωρα που διέλυσα τον κοσμο σου και γκρεμισα ο,τι σχεση εχεις χτίσει. Και για ποιο συγγνωμη μιλαμε? Δεν θα παραδεχτω ποτε οτι εγινε, δεν θα ακουσεις ποτε συγγνωμη απο μενα. 
Θα βαψω μαυρο εναν τοιχο μου για να θυμαμαι παντα αυτη τη μαυρη μου σκάρτη πλευρα που διαλύει και δεν υπολογίζει τιποτα. 
Πρεπει να μεινω μονη μου και να φυγω απο τον κοσμο, πρεπει να σώσω εμενα και να βρω μια φυλακή για την καρδια μου, γιατι μαλλον η δικη μου ελευθερια σκλαβώνει ο,τι εχω αγαπήσει.
Απο την αλλη μπορει να εχεις και δίκιο, εχω κουραστεί τοσο με το να ψαχνω απεγνωσμένα την αγαπη, που τωρα την απωθώ μονο με την παρουσία μου και δειλιάζω μπροστα στην ομορφιά. Δεν την διεκδικω. Και καπώς ετσι χανω, και παλι χανω. και σταματάω να αισθανομαι, να νιώθω. 
Η ευχή σου επιάσε και εν τέλει σε ευχαρίστω που μου την εδωσες, να μην σε αγαπησει κανενας ποτε.. Για μένα μαλλον το είχες δεδομένο πως δεν θα αγαπησω καποιον, γιατι δεν μπορω και το ήξερες. 
Τι στο διάολο εχω μεσα μου? Μονο η αναπνοή μου εμεινε. Τοσο αδεια ειμαι. Με μια καρδια να χτυπάει μηχανικα σαν ρολοι που απλα κανει τη δουλειά του και οι δικτες κινούνται, και ετσι αυτόματα αναπνέω κιολας. Αυτα. Αχρηστα. Και αν αυτα σταματήσουν εμενα δεν με νοιάζει. 
Βλεπεις οτι δεν μπορω να κλαψω?? Δεν γίνεται να κλαψω. Δεν αισθανομαι.
Στην λεξη αγαπη πάντα μου ερχοτανε το ονομά σου, και τωρα στην λεξη τιποτα εσυ θα σκεφτεσαι εμενα. Εχω αλλαξει δρομο. Συγγνωμη για αυτη την αρρωστια, μια μερα θα γινω καλα, στο υποσχομαι και δεν θα με σιχαίνεσαι πια.
Και η ουσια ειναι οτι ακομα και τώρα δεν μετανιώνω, και θα το ξανάκανα γιατι  γουσταρα οσο δεν φανταζεσαι εκεινη τη στιγμη. Για αυτη την αρρωστια μιλαω......

Κυριακή, 15 Δεκεμβρίου 2013

Ενδιαφέροντα τα προβλήματα των άλλων... Μοναξιά, φτώχεια, αδιαφορία, απομόνωση... Και εκεί που νιώθεις ότι η ζωή σου πάει στραβά και όλα σου φταίνε και τίποτα δεν πηγαίνει όπως θα ήθελες, ξαφνικά αισθάνεσαι λίγο καλυτερα στο ακουσμα ολων οσων συμβαινουν στον κοσμο σου. Προσπαθεις καπου εκει να λυσεις τα προβληματα που μοιραζονται οι αλλοι μαζι σου και να εκμηδενίσεις καθετι δικό σου.

Εχω αναγκη να διαβασω ενα παραμύθι σημερα και να βυθιστω σε αυτο τον μαγικο κόσμο που με εκανε να κοιμαμαι ησυχα τα βραδια. "ονειρα γλυκα" μου ελεγε παντα η μαμα μου οταν τελειωνε το παραμυθι.. Η Κ.Νύστα είχε ερθει και ο Κ.Υπνος ηταν καθόδον. Αυτους περιμενα καθε βραδυ. Ο μπαμπας μου δεν συμβιβάστηκε ποτε με τα κλασσικα εικονογραφιμενα παραμυθια. Δεν μπορουσε να τα διαβαζει, μαλλον δεν τον αγγιζαν αρκετα για να μπορεσει να τα διαβασει ζωντανα και με στομφο, ετσι καθε βραδυ  που μου ελεγε παραμυθια μου συνεχιζε ενα αποσπασμα απο τον Σεβαχ, τον αγαπημενο του ηρωα θαλασσινο, που ταξιδευε στις θαλασσες και καθε φορα ειχε και μια καινουρια περιπετεια να κανει... και κατι με ενθουσιαζε τοσο πολυ στα παραμυθια του μπαμπα μου.. ο Σεβαχ ειχε ενα αξιοθαυμαστο θαρρος ηταν ενας επαναστατης ονειροπολος που ζουσε την ζωη του στο επακρον.. Και τωρα που τα σκεφτομαι αντιλαμβανομαι το λογο που θαυμαζα τον Σεβαχ, ήταν ο τροπος με τον οποιο ο μπαμπας μου εξιστορουσε τις περιπετειες του, ήταν που ο μπαμπας μου εβλεπε ενα κομματι απο την ανεκπληρωτη ζωη του στο προσωπο αυτο του θαλασσινο ταξιδιωτη πειρατη.. Το νησι του.. Ποσο μπορει να το αγαπουσε ο μπαμπας μου το νησι του, τόσο οσο να μην ξεχασω ποτε τις ιστοριες του Σεβαχ και να με συγκινει ακομα και τωρα το θαρρος του...
Καπως ετσι εγινα και γω ονειροπολα... Αλλα εγω δεν ειμαι θαρραλεα.. εγω φοβαμαι... εμενα με τρομαζουν τα κυματα και δεν θα γινω ποτε πειρατης... 

Θυμαμαι τη μερα που ο παππους μου πηρε συνταξη.. Ηταν ολοι πολυ χαρουμενοι στο σπιτι. Απο εκεινη τη μερα θα ηταν καθε μερα στο σπιτι. Και μας πηρε δωρα. Σε μενα πηρε 2 κουκλες, τις λατρευα τις κουκλες. Παντα πιστευα σε αυτες. Στο αδερφο μου πηρε ενα τρακτερ. Ενταξει ηταν ενα μικρο τρακτερ αλλα ο Φιλιππος τρελαθηκε. Και ο παππους μου αλλο που δεν ηθελε απο το να βλεπει τον μικρο να χαιρεται. Ξεγνοιαστα χρόνια τοτε. Τουλαχιστον ετσι τα θυμαμαι εγω, ισως και να μην ηταν, ίσως εγω να ημουν πολυ μικρη για να συνειδητοποιήσω οσα συνεβαιναν γυρω μου. Απο τότε περνουσα πολυ χρονο με τον παππου μου. Με πηγαινε βόλτες, σε παρτυ, στο πάρκο, στο σχολείο, στο χορό. Πήρε και το καινουριο του αυτοκίνητο τοτε, εφτιαξαν και το σπιτι στο χωριο με τη γιαγια μου. Και η ζωη μας ήταν πολυ όμορφη. Ήσυχη ζωη. Εκτος απο εκεινη τη μερα. Εκεινη τη μερα που σκοτείνιασαν ολα και αρχισε η κατρακύλα. Και ο παππους σταματησε να χαμογελαει, επειτα η γιαγια, και η μαμα και ο μπαμπας... Και ο πονος ελλατωνοτανε μονο οταν του καναμε μασαζ στη πλατη. Αλλα δεν χαμογελουσε πια. Δεν ηθελε να τον τριβουνε. Δεν ηθελε τον οικτο κανενος, δεν ηθελε επισκεψεις, βιντεο και φωτογραφιες.. και γω δεν καταλαβαινα. και καπως ετσι σταματησε να ανεβαινει τα σαββατα στο σπιτι χτυπωντας ρυθμικα το δαχτυλιδι του στα καγκελα για να μας ξυπνησει. και μια μερα σταματησε να μας ανοιγει την πορτα και να μας περιμενει για φαγητο μετα το σχολειο. 

ο παππους μου ηταν ηρωας, πειρατης. ηταν ο Σεβαχ. καληνυχτα.